Σχέσεις αποσύνδεσης και σχέσεις εξάρτησης

Σχέσεις αποσύνδεσης και σχέσεις εξάρτησης

Κάθε ένας από μας συνδέεται με τους άλλους με ένα δικό του μοναδικό τρόπο που είναι μία μείξη πρώιμων εμπειριών στις σχέσεις του με τα πρόσωπα φροντίδας, γονιδίων αλλά και κοινωνικών συνθηκών. Μέσα σε μία οικογένεια μπορεί να υπάρχουν άτομα που έχουν αναπτύξει διαφορετικό είδος συναισθηματικού δεσίματος με τους άλλους. Ο δεσμός (attachment) είναι η σχέση που χτίζεται ανάμεσα στο βρέφος και τη μητρική φιγούρα και δίνει στο βρέφος την αίσθηση της ασφάλειας. Ανάλογα με τον τρόπο που θα απαντήσει αυτή η ανθρώπινη φιγούρα στις ανάγκες που εκφράζει το βρέφος, το βρέφος μπορεί να αισθανθεί ασφαλές και να νιώσει ότι υπάρχει για αυτό ένα πρόσωπο που το στηρίζει και το ανακουφίζει φροντίζοντας τις ανάγκες του.

Τα πρώτα χρόνια της ζωής μας είναι συνδεδεμένα με την απόλυτη εξάρτηση μας από κάποιον άλλο έξω από μας και έτσι η σχέση που διαμορφώνεται με αυτό τον άλλο επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο θα συνεχίσουμε να συνδεόμαστε. Όταν οι άνθρωποι που είναι εκεί για να φροντίσουν ένα βρέφος, είναι ανοιχτοί και καταλαβαίνουν τις ανάγκες του αλλά παρόλα αυτά σέβονται και την ανάγκη του για ανεξαρτησία αυτό δημιουργεί στο βρέφος ανακούφιση και ασφάλεια, διαμορφώνοντας έτσι έναν ασφαλή δεσμό.

Αντίθετα, όταν οι ανάγκες του βρέφους δεν βρίσκουν ανταπόκριση, ή όταν τα πρόσωπα φροντίδας είναι υπερβολικά απόμακρα ή υπερβολικά αδιάκριτα ώστε να μην αφήνουν χώρο για εξερεύνηση, το βρέφος νιώθει αναστάτωση. Το βρέφος στην πρώτη περίπτωση καταφέρνει να διαχειριστεί την αναστάτωση του με το να παίρνει απόσταση από τα πρόσωπα φροντίδας μη ρισκάροντας να εκφράσει εκ νέου ανάγκες που θα ματαιωθούν (δεσμός αποφυγής). Στη δεύτερη περίπτωση, το βρέφος ταλαντεύεται ανάμεσα στην ανάγκη του για εγγύτητα με τα πρόσωπα φροντίδας και την ανάγκη του για εξερεύνηση (δεσμός αμφιθυμίας), έτσι παρόλο που αναζητά την εξερεύνηση δυσκολεύεται να πάρει απόσταση και να τα καταφέρει να εξερευνήσει.

Το αποτύπωμα του δεσμού στην ενήλικη ζωή

Ο δεσμός μας ακολουθεί και ως ενήλικες και επηρεάζει άμεσα την ποιότητα των σχέσεων που διαμορφώνουμε με τους άλλους. Οι ενήλικες που ως βρέφη βίωσαν έναν ασφαλή δεσμό, είναι περισσότερο άνετοι στο να δημιουργήσουν οικειότητα με τους άλλους, φοβούνται λιγότερο να εκφράσουν τις ανάγκες τους και διακρίνουν πιο εύκολα ποιες αντιδράσεις των άλλων συνδέονται με τη δική τους συμπεριφορά και ποιες όχι. Όταν νιώθουμε ασφαλείς μέσα στη σχέση είμαστε πιο δημιουργικοί, σεβόμαστε τις ανάγκες μας και τις εκφράζουμε, ενώ νιώθουμε πως τα όνειρα μας δεν απειλούν τη σχέση.

Οι ενήλικες που ως βρέφη είχαν δεσμό αποφυγής συχνά φοβούνται ότι θα απορροφηθούν από τους άλλους (είτε στις φιλικές είτε στις συντροφικές σχέσεις) και θα χάσουν την ανεξαρτησία τους. Αυτός ο φόβος τους δυσκολεύει να συνδεθούν συναισθηματικά και να δημιουργήσουν οικειότητα με τους άλλους αφού είναι κάτι που τους προκαλεί τρομερή αμηχανία. Ακόμα, ενώ αναζητούν τη συντροφιά των άλλων, αισθάνονται καλύτερα όταν δεν είναι μαζί τους. Για αυτούς τους λόγους συχνά δυσκολεύονται στο να διατηρήσουν συντροφικές σχέσεις αφού τους τρομοκρατεί η ιδέα της δέσμευσης.

Τέλος, όσοι βίωσαν ως βρέφη δεσμό αμφιθυμίας είναι συνήθως αυτοί που θα φτιάξουν και σχέσεις εξάρτησης με τους άλλους, αφού θα φοβούνται διαρκώς μην τους απορρίψουν οι άλλοι και τελικά τους εγκαταλείψουν. Συνήθως, αυτοί οι ενήλικες αντιλαμβάνονται ως ελαττωματικές τις συντροφικές σχέσεις στις οποίες δεν είναι “ένα” με τον άλλο, αφού έχουν την ανάγκη να νιώσουν συναισθηματικά ενωμένοι μαζί του. Παρά τις προσπάθειες τους προς αυτή την κατεύθυνση, οι κινήσεις και οι αντιδράσεις των επικείμενων συντρόφων ποτέ δεν τους φαίνονται αρκετές.

Αποτελεσματική επικοινωνία και διάθεση να φτάνουμε όσο πιο κοντά στη λύση του προβλήματος

Το είδος του δεσμού με το οποίο μεγαλώσαμε ανήκει σε κάποια από τις παραπάνω κατηγορίες, ακόμα όμως και αν δεν βιώσαμε τον ασφαλή δεσμό στα πρώτα χρόνια ζωής μας ο τρόπος όμως που λειτουργούμε μέσα στις σχέσεις του παρόντος μας επιτρέπει να έρθουμε πιο κοντά σε αυτό το βίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο μέσα από αυτό που ονομάζουμε αποτελεσματική επικοινωνία (effective communication).

Αποτελεσματική είναι η επικοινωνία που στοχεύει στο να κατανοήσει ο άλλος τις ανάγκες, τους προβληματισμούς και τους φόβους μας. Το επίκεντρο είναι η έκφραση των δικών μας αναγκών και όχι το να κάνουμε τον άλλο να δει τι μας ενοχλεί σε αυτόν. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι αντί να μιλήσουμε για το πως μας ενοχλεί ένα στοιχείο του άλλου, να μιλήσουμε για την ανάγκη μας που δεν εκπληρώνεται επειδή αντίστοιχα ο άλλος δυσκολεύεται από αυτό το στοιχείο ενδεχομένως να τη δει ή να ανταποκριθεί σε αυτή.

Αυτός ο τρόπος επικοινωνίας προϋποθέτει να έχουμε πρώτα αποδεχτεί ότι οι ανάγκες μας δεν χρειάζεται να επικυρώνονται από τους άλλους ως σημαντικές αλλά από εμάς τους ίδιους πρώτα ώστε να τους δίνουμε το χώρο που τους αξίζει. Ακόμα, έχει ως προαπαιτούμενο το να βάζουμε ως αρχή σε κάθε σχέση την ανάγκη να δούμε το πρόβλημα και να το συζητήσουμε με ένα τρόπο που θα διευκολύνει όλα τα πρόσωπα που εμπλέκονται. Όταν η ουσιαστική επικοινωνία και η διαθεσιμότητα μας να συζητήσουμε είναι αντιληπτές στους άλλους, τότε είναι που οι δεσμοί εξάρτησης ή της απόστασης γίνονται δεσμοί συνύπαρξης και σεβασμού.

No Comments

Post A Comment